χλωρός

χλωρός
χλωρός
1 fresh

χλωραῖς ἐέρσαις N. 8.40

τᾶς χλωρᾶς λιβάνου ξανθὰ δάκρη θυμιᾶτε (χλωρὰν, χεῖρας codd., corr. Tittmann) fr. 122. 3. ὁ δὲ χλωραῖς ἐλάταισι τυπεὶς οἴχεται Καινεὺς Θρ. 6. 7.

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χλωρός — greenish yellow masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χλωρός — ή, ό / χλωρός, ά, όν, ΝΜΑ 1. (για φυτό ή βλαστό) αυτός που έχει βλαστήσει ή που μόλις έχει κοπεί, που είναι ακόμη πράσινος και τρυφερός (α. «τού δὲντρου τα κλαδιά χλωρά / πυκνά», Παλαμ. β. «χλωρὸν ἄνθος», Διοσκ.) 2. αυτός που έχει το χρώμα τών… …   Dictionary of Greek

  • χλωρός — ή, ό 1. τρυφερός, πράσινος, φρέσκος: Με χλωρά ξύλα δεν ανάβει εύκολα φωτιά. 2. φρ., «Δε μ’ αφήνει να σταθώ σε χλωρό κλαδί», με καταδιώκει άγρια. 3. παροιμ., «Mαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά», μαζί με τους ενόχους παθαίνουν καμιά φορά και… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χλωρά — χλωρός greenish yellow neut nom/voc/acc pl χλωρά̱ , χλωρός greenish yellow fem nom/voc/acc dual χλωρά̱ , χλωρός greenish yellow fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χλωρότερον — χλωρός greenish yellow adverbial comp χλωρός greenish yellow masc acc comp sg χλωρός greenish yellow neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χλοαρόν — χλωρός greenish yellow masc acc sg χλωρός greenish yellow neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χλωροτέρων — χλωρός greenish yellow fem gen comp pl χλωρός greenish yellow masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χλωρόν — χλωρός greenish yellow masc acc sg χλωρός greenish yellow neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χλωρότατα — χλωρός greenish yellow adverbial superl χλωρός greenish yellow neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χλωρότατον — χλωρός greenish yellow masc acc superl sg χλωρός greenish yellow neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χλωραῖς — χλωρός greenish yellow fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”